ετοιμασία


ετοιμασία
[этимасиа] ουσ. Θ. приготовление, подготовка,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ετοιμασία" в других словарях:

  • ἑτοιμασία — ἑτοιμασίᾱ , ἑτοιμασία readiness fem nom/voc/acc dual ἑτοιμασίᾱ , ἑτοιμασία readiness fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτοιμασίᾳ — ἑτοιμασίᾱͅ , ἑτοιμασία readiness fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ετοιμασία — η (ΑΜ ἑτοιμασία) [ετοιμάζω] προπαρασκευή, προεργασία, προετοιμασία («οι ετοιμασίες για τον χορό ήταν μεγάλες») αρχ. μσν. 1. ετοιμότητα, προθυμία, διάθεση (α. «πρὸς ὑπουργίας ἑτοιμασίης», Ιπποκρ. β. «ἡ πρὸς τὸ κρεῑττον ἑτοιμασία», Γρηγ. Νύσσ.) 2.… …   Dictionary of Greek

  • ετοιμασία — η 1.ηπράξη και το αποτέλεσμα του ετοιμάζω. 2. προπαρασκευή, προετοιμασία: Έχουμε ετοιμασίες για το γάμο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἑτοιμασίας — ἑτοιμασίᾱς , ἑτοιμασία readiness fem acc pl ἑτοιμασίᾱς , ἑτοιμασία readiness fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτοιμασίαι — ἑτοιμασίᾱͅ , ἑτοιμασία readiness fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτοιμασίαν — ἑτοιμασίᾱν , ἑτοιμασία readiness fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτοιμασίην — ἑτοιμασία readiness fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτοιμασίης — ἑτοιμασία readiness fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρασκευή — I Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Αδελφή της Σαμαρείτιδας Φωτεινής. Μαρτύρησε με σπαθί. Η μνήμη της τιμάται στις 26 Φεβρουαρίου. 2. Καταγόταν από τους Επιβάτες της Θράκης. Η μνήμη της τιμάται στις 14 Οκτωβρίου. 3. Ρωμαία οσία.… …   Dictionary of Greek